τύφοι

Α
(κατά τον Ησύχ.) «σφῆνες».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. τύφοι (< *θύφοι, με ανομοίωση τών δασέων) ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dhubh- και συνδέεται με τα: μέσο γερμ. dovel, γερμ. Dobel, αγγλ. dowel «στέλεχος, σφήνα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τῦφοι — τῦφος frigidae febres masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τύφοι — τύ̱φοῑ , τύφω raise a smoke pres opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τύφος — ο / τῡφος, ΝΜΑ, και αττ. τ. τυφός Α νεοελλ. 1. ιατρ. ονομασία διαφόρων λοιμωδών παθήσεων, όπως είναι ο εξανθηματικός τύφος, οι υπόστροφοι πυρετοί ή υπόστροφοι τύφοι, ο κοιλιακός τύφος ή τυφοειδής πυρετός κ.ά. 2. (κτην.) κοινή ονομασία διαφόρων… …   Dictionary of Greek

  • dheubh-, dhubh- —     dheubh , dhubh     English meaning: spike, wedge     Deutsche Übersetzung: “Pflock, Keil; schlagen”?     Note: uncertain, because almost only Gmc.     Material: Gk. τύφοι σφῆνες Hes. diminutive M.H.G. tũbel, M.L.G. dövel “clot, chunk, peg,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.